Κλαις για να νιώσεις ανακούφιση; Η επιστήμη λέει ότι αυτό δεν ισχύει
Νέα μελέτη δείχνει ότι το κλάμα δεν οδηγεί πάντα σε εκτόνωση.
Το κλάμα θεωρείται μια φυσική «βαλβίδα αποσυμπίεσης», μια αυθόρμητη αντίδραση που βοηθά να φύγει η ένταση και να επέλθει ανακούφιση. Ωστόσο, νέα ψυχολογική έρευνα έρχεται να αμφισβητήσει αυτή τη γενικευμένη αντίληψη. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το αν τελικά μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αιτία που το προκαλεί. Δεν λειτουργεί πάντα ως άμεση λύτρωση και, σε αρκετές περιπτώσεις, μπορεί να συνοδεύεται από προσωρινή επιδείνωση της διάθεσης.
Γιατί η νέα μελέτη είναι πιο αξιόπιστη
Σε αντίθεση με προηγούμενες μελέτες που βασίζονταν σε εργαστηριακά πειράματα ή αναμνήσεις των συμμετεχόντων, η συγκεκριμένη έρευνα παρακολούθησε το κλάμα στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Αυτό έχει σημασία, καθώς σε ένα τεχνητό περιβάλλον οι άνθρωποι συχνά συγκρατούν τα συναισθήματά τους, ενώ όταν καλούνται να θυμηθούν πώς ένιωθαν στο παρελθόν, οι απαντήσεις τους μπορεί να είναι ανακριβείς. Οι ερευνητές επιδίωξαν να καταγράψουν τη εμπειρία τη στιγμή που συμβαίνει, προσφέροντας μια πιο ρεαλιστική εικόνα.
Για τον σκοπό αυτό, 106 ενήλικες παρακολουθήθηκαν για τέσσερις εβδομάδες μέσω μιας εφαρμογής στα κινητά τους τηλέφωνα. Κάθε φορά που έκλαιγαν, κατέγραφαν άμεσα τι προκάλεσε το επεισόδιο, πόσο έντονο ήταν, πόσο διήρκεσε και πώς ένιωθαν εκείνη τη στιγμή. Στη συνέχεια, η εφαρμογή τους ζητούσε να επαναξιολογήσουν τη διάθεσή τους μετά από 15, 30 και 60 λεπτά. Έτσι, οι επιστήμονες μπόρεσαν να χαρτογραφήσουν με ακρίβεια τη συναισθηματική πορεία μετά το κλάμα.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι το κλάμα είναι εξαιρετικά συχνό: σχεδόν 9 στους 10 συμμετέχοντες έκλαψαν τουλάχιστον μία φορά μέσα στον μήνα, Κατά μέσο όρο, κάθε άτομο είχε περίπου πέντε επεισόδια κλάματος. Οι γυναίκες ξεσπούσαν σε δάκρυα πιο συχνά, με μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση, ενώ οι άνδρες εμφάνιζαν λιγότερα και πιο σύντομα επεισόδια. Διαφορές εντοπίστηκαν και στα αίτια: στις γυναίκες συνέβαινε συχνότερα λόγω μοναξιάς ή προσωπικών συγκρούσεων, ενώ στους άνδρες περισσότερο από αίσθημα αδυναμίας ή όταν ήταν επηρεασμένοι από περιεχόμενο, όπως μια ταινία.
Τα αίτια του κλάματος κάνουν τη διαφορά
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα αφορά τα αίτια του κλάματος. Η πιο συχνή αφορμή συνολικά ήταν η παρακολούθηση ταινιών ή βίντεο. Ωστόσο, τα επεισόδια που συνδέονταν με προσωπικά συναισθήματα, όπως μοναξιά ή προβλήματα, ήταν πιο έντονα και παρατεταμένα. Η μεγαλύτερη διάρκεια και συναισθηματική τους ένταση φανερώνει πως το «βαρύ» κλάμα έχει διαφορετική δυναμική από το πιο «ελαφρύ», συγκινησιακό κλάμα.
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν τι συμβαίνει μετά, τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο καθησυχαστικά από ό,τι πολλοί θα περίμεναν. Δεν βρέθηκαν στοιχεία ότι το κλάμα οδηγεί αυτόματα σε άμεση ανακούφιση. Αντίθετα, όταν συνδέεται με προσωπικά προβλήματα, όπως μοναξιά ή με το αίσθημα ότι κάποιος δεν μπορεί να διαχειριστεί μια κατάσταση, η διάθεση επιδεινώνεται. Τα θετικά συναισθήματα μειώνονται αισθητά και τα αρνητικά ενισχύονται, ενώ αυτή η κατάσταση μπορεί να διαρκέσει ακόμη και μία ώρα.
Όχι πάντα ανακούφιση μετά τα δάκρυα
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιπτώσεις φαίνεται να επεκτείνονται και πέρα από τη στιγμή. Όταν το κλάμα προέρχεται από έντονη ψυχική πίεση, η αρνητική διάθεση μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την υπόλοιπη ημέρα. Παρ’ όλα αυτά, τα συναισθήματα συνήθως επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα μέχρι την επόμενη μέρα, γεγονός που δείχνει ότι οι επιδράσεις, αν και έντονες, δεν είναι μόνιμες.
Αντίθετα, όταν το κλάμα προκαλείται από εξωτερικά ερεθίσματα, όπως μια συγκινητική σκηνή, λειτουργεί διαφορετικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, παρατηρείται σταδιακή μείωση των αρνητικών συναισθημάτων μετά το αρχικό ξέσπασμα. Με άλλα λόγια, το κλάμα μπροστά σε μια ταινία μπορεί τελικά να λειτουργήσει πιο «καθησυχαστικά» σε σύγκριση με αυτό που σχετίζεται με προσωπικά προβλήματα.
Παρά τους όποιους περιορισμούς, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το κλάμα δεν αποτελεί μια «καθολική θεραπεία» για τα συναισθήματα. Η επίδρασή του εξαρτάται από το πλαίσιο και την αιτία. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργεί ανακουφιστικά, ενώ σε άλλες εντείνει προσωρινά τη δυσφορία. Αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι τα συναισθήματα δεν ακολουθούν έναν απλό μηχανισμό εκτόνωσης, αλλά επηρεάζονται από πολύ πιο σύνθετους παράγοντες από όσο πιστεύαμε.